Nαι αυτος είναι!!! Αυτος και η παρεα του, είναι η πραγματικοι υπευθυνοι. Όταν μενεις θεατης των εξελιξεων , οι εξελιξεις σε προλαβαινουν και σε προσπερνουν. Και αυτό ακριβως εκαναν ο Προκοπης και η παρεα του. Από τον θανατο του Αλεξανδρου και μετα ακολουθησαν την γνωστη τους τακτικη, το να περιμενουν δηλαδη να δουν πως θα εξελιχθουν τα πραγματα. Και επειδη είναι ανικανοι δεν ειδαν ότι οι πυροβολισμοι ηταν καθημερινο φαινομενο πλεον, ότι οι δολοφονιες αυξηθηκανκατακορυφα , ότιη κατασταση αντι να εκτονωθει όπως ηλπιζαν γινοτανε χειροτερη. Και αντε, αυτος δεν το ειδε, ο άλλος που βλεπει πολύ τηλεοραση τι εκανε;;;Θεωρησαν επιτυχια το ότι δεν ξανακαηκε το χριστουγεννιατικο δεντρο ενώ οι πυροβολισμοι γυρω τους θυμιζαν λωριδα της Γαζας. Γι αυτό λοιπον Προκόπη, επειδη όπως αποδειχθηκε μαζι σου, προκοπή δεν προκειται να δουμε, το λιγοτερο που εχεις να κανεις είναι να παραιτηθεις και να σταματησεις επιτελους να βγαινειςμε αυτό το κλαψιαρικο ύφος στα καναλια για να μας πεις ποσο λυπασαι.
Μπαίνει ένας τύπος μέσα σε ένα εστιατόριο. Μόλις κάθεται εμφανίζεται μια εντυπωσιακή ξανθιά με μεγάλο στήθος και αρχίζει να τον χαιδεύει. Τότε αυτός ρωτάει:
- Τί προσφέρει το κατάστημα;
- Με 5 ευρω έχουμε κρύο σάντουϊτς, με 10 ευρω έχουμε ομελέτα με μπέικον και με 20 ευρω κάνουμε μασάζ στα γεννητικά όργανα.
- Εσύ είσαι η κοπέλα που κάνεις το μασάζ;
- Ναι, εγώ είμαι.
- Ε, τότε πλύνε τα κωλόχερά σου, γιατί εγώ θέλω κρύο σάντουϊτς!
Μια φορά ήταν δύο Πόντιοι και παίζανε τάβλι, ο Γιωρίκας και ο Κωστίκας, οπότε λέει ο Γιωρίκας στον Κωστίκα:
- Ρε ‘σύ, έκανα μια μεγάλη βλακεία.
- Δηλαδή ρε Γιωρίκα τί έκανες;
- Να, πριν από λίγες μέρες πήρα την αποζημίωση μου από το ΙΚΑ και πήγα και αγόρασα με αυτά τα λεφτά ένα κτήμα σαράντα στρέμματα στην Κοζάνη. Τί να το κάνω όμως, άρα έκανα βλακεία, ε;
- Όχι ρε ‘σύ. Γιατί δεν πας, αφού κάθεσαι και δεν κάνεις τίποτα, να φυτέψεις κανένα αγγούρι, βάλε καμιά πιπεριά, κανένα κολοκύθι, βάλε κότες, καμιά μελιτζάνα και τέτοια.
- Έχεις δίκιο ρε ‘σύ, του λέει και το επόμενο πρωί πάει σε ένα μαγαζί και λέει στον υπάλληλο:
- Θα ήθελα 500 κότες.
- Μάλιστα, του λέει ο υπάλληλος και του τις δίνει.
Μετά από δύο μέρες πήγε πάλι στο ίδιο μαγαζί και λέει πάλι στον υπάλληλο:
- Θα ήθελα 500 κότες ακόμα.
Ο υπάλληλος απορημένος του τις δίνει και αυτές, αλλά μετά από καμιά βδομάδα πήγε πάλι λέγοντας:
- Θα ήθελα ακόμα 500 κότες.
- Μάλιστα κύριε, να σας τις δώσω, αλλά πέστε μου, τί τις κάνατε τόσες κότες, πτηνοτροφείο ανοίγετε;
- Όχι ρε φίλε, αλλά να, ή πολύ βαθιά τις φυτεύω ή πολύ νερό τους ρίχνω!