Στο κόμμα μας πραγματοποιούμε αυτό που υποσχόμαστε.
Μόνο οι ανόητοι θα μπορούσαν να πιστέψουν ότι
δεν αγωνιζόμαστε κατά της διαφθοράς.
Διότι ένα είναι βέβαιο για μας:
Η τιμιότητα και η διαφάνεια είναι προϋπόθεση για να πετύχουμε.
Αποδεικνύουμε ότι πλανάται όποιος πιστεύει πως
οι μαφιόζοι θα συνεχίσουν να μετέχουν στην κυβέρνηση όπως παλιά.
Διασφαλίζουμε , χωρίς ίχνος αμφιβολίας , ότι
η κοινωνική δικαιοσύνη θα είναι ο κύριος σκοπός μας.
Πάρα ταύτα , υπάρχουν ακόμα ανόητοι που πιστεύουν πως
θα είναι δυνατόν να εξακολουθεί κανείς να κυβερνά
με παλαιοπολιτικά τερτίπια.
Όταν αναλάβουμε την εξουσία , θα κάνουμε το παν ώστε
να τεθεί τέρμα στις προνομιακές καταστάσεις και στην ευνοιοκρατία.
Δε θα επιτρέψουμε σε καμία περίπτωση
να πεθάνουν της πείνας τα παιδιά μας.
Θα πραγματοποιήσουμε τα σχέδιά μας ακόμα και
να στερέψουν πλήρως οι οικονομικοί πόροι ,
θα ασκήσουμε την εξουσία ώσπου
θα έχετε καταλάβει ότι από ?δω και πέρα
είμαστε οι «ΝΕΠΟ» , Η «Νέα Πολιτική».
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΚΙ ΑΝΑΠΟΔΑ
Archive for Σεπτεμβρίου, 2007
Πενήντα χρόνια τραγουδά, ακριβώς μισόν αιώνα,
το καλοκαίρι γήπεδο, στο στούντιο χειμώνα.
Πενήντα χρόνια γνώριμος, πενήντα χρόνια νιότης,
πενήντα χρόνια ακούγαμε τη μουσική στο ροκ της.
Γεννήθηκε στη Βάστα, Τετάρτη μεσημέρι,
γιατρός δεν τον ξεπέταξε, ένας Θεός το ξέρει,
οι συγγενείς που ήρθανε, απ’ το πρωί στο σπίτι,
άλλη δουλειά δεν είχανε, κοιτούσανε τη μύτη.
Μπίλυ, Μπίλυ, ακούμε το Βασίλη,
Μπίλυ, Μπίλυ και ξερό ψωμί.
Μπίλυ, Μπίλυ και όλοι οι άλλοι φίλοι,
αναζητούν τον Μπίλυ για μια συμμετοχή.
Μπίλυ, Μπίλυ, που ‘σαι βρε Βασίλη,
που ‘σαι Μπίλυ, Μπίλυ,
που ‘χεις πια χαθεί.
Μα αυτός σαν ξύπναγε, την έκανε κοπάνα,
κι αφού πουλιά δε βάραγε, χάζευε αεροπλάνα,
κι εκεί που γούσταρε, τον πήρανε με βία,
και τον μπαγλάρωσαν για χρόνια στα θρανία.
Κι ενώ τα θυμόταν όλα, είχε μυαλό ξουράφι,
ξέχασε να μεγαλώσει, έμεινε παιδάκι.
Για πάντα τώρα φίλοι τον ακολουθούνε,
Βασίλη ζούνε μόνο, για να σε ακούνε.
Ύπνε που θέλεις τα παιδιά, ώι και πάρεις το Βασίλη,
σαν το καταλάβουνε, θα σε ξεσκίσουνε οι φίλοι.
Η Σφεντόνα του ακούστηκε, σχεδόν πριν δέκα χρόνια,
τραγούδι που θες-δε θες, θα τ’ ακούς αιώνια.
Παλιέ φίλε, ροκά τραγουδιστή, οικογενειάρχη,
σε θέλει η Νικολέτα, η Ελένη κι ό,τι λάχει.
Τη συναυλία, ένα ταξίδι ξεκινάει ολονυχτίς,
σα γεμίζει σκόνη του γήπεδου η γης.
Παλιέ, ροκά τραγουδιστή, έχεις χρόνια ζήσει,
κρίμα που τα νιάτα σου, σε έχουνε αφήσει.
Κι αν κάποτε λείψει, η μουσική, ο ήχος, η εικόνα,
για σένα τώρα γράφω μία δεύτερη Σφεντόνα.
Κι αν η ζωή απ’ το παιχνίδι, θέλει να σε βγάλει,
κι αν νομίζεις, πως στη σκηνή, δε γυρίζεις πάλι.
Θα ‘μαστε κοντά σου πάνω από το σώμα,
και θα λέμε Βασίλη, σ’ αγαπάμε ακόμα.
Κι αν ήταν σήμερα Δευτέρα,
εδώ ακόμα ως την Κυριακή,
θα μιλά ο Μπίλυ όλη μέρα,
χωρίς καμμιά διακοπή.
Είτε χιονίζει, είτε βρέχει,
δε σταματά η μουσική,
και η εικόνα στον καθρέφτη,
Βασίλη θα ‘σαι μόνο εσύ.
Όσα τραγούδια και αν γράφει,
την καρδούλα μας θα σκάβει,
δίπλα του πάντα θα ‘ναι φίλοι,
κι όλοι ακούμε το Βασίλη.
Μοιρασιά το όνειρό του,
που είναι να ‘μαστε μαζί,
συνεχώς με το πλευρό του,
με του Βασίλη τη φωνή.
Ενώνουμε και τις φωνές μας,
και τραγουδάμε όλοι μαζί.
Ιδρώνει μέσα στις καρδιές μας,
του Βασίλη η μουσική.
Όσα τραγούδια και αν γράφει,
την καρδούλα μας θα σκάβει,
δίπλα του πάντα θα ‘ναι φίλοι,
κι όλοι ακούμε το Βασίλη.
Υπάρχει πατριώτη ένας λαός,
κι όμως είναι ακόμα ζωντανός.
Θέλουνε τα σπίτια τους τριώροφα,
και στη δουλειά τους να περνάνε όμορφα.
Οι ακριβές τιμές, ποτέ μην κατεβούνε,
τα χρέη μας, στα ύψη ν’ ανεβούνε.
Δες βρε, πατριώτη, τι λαός!
κι όμως είναι ακόμα ζωντανός.
Θέλουνε τα μάτια δέκα τέσσερα,
να κλέβουνε και να χτυπούν ελεύθερα.
Να κυβερνάει αυτός, που έχει να τα ξύσει,
κι αποτέλεσμα, αξίζει, δεν αξίζει.
Κοίτα, πατριώτη έναν λαό,
θαρρείς, τον βλέπεις ακόμα ζωντανό.
Θέλουνε φύλακα και στα σχολεία τους,
να ξεχάσουν, την κυρίως, ασχολία τους.
Αρνητικά κανείς, ποτέ να μη μιλάει,
στα σύννεφα κανείς να μην πετάει.
Νιώσε πατριώτη, τι λαός!
θέλει να είναι ακόμα ζωντανός.
Ονειρεύονται πως είναι και Θεοί,
και στο τραγούδι, άπταιστοι αοιδοί.
Χρόνια καλύτερα, ποτέ τους δε θα δούνε,
νοοτροπία, άλλη αν δε βρούνε.
Τότε πατριώτη, ο λαός,
θα ‘χει νόημα, να είναι ζωντανός.
Άλλη μια μέρα, από τραγούδια βραχνιασμένοι,
με τραγούδια, πολλά νέα και παλιά.
Είσαι κοντά μου, η ψυχή σου μου μένει,
και στην καρδιά μου, η φωνή σου μου κυλά.
Και ο Βασίλης, απ’ τα λόγια τα δικά του,
και μαγεμένος, απ’ του χάους τις ματιές.
Από την πίστα, ξεριζώνει την καρδιά του,
και μας τη δίνει, στις δικές μας καρδιές.
Άλλη μια μέρα με τραγούδια παθιασμένοι,
άλλος χτυπιέται, ακούγοντας Ελλάς.
Από μπαλαντες, οι αναπτήρες τελειωμένοι,
αλλά η φλόγα, μένει στη θέση της καρδιάς.
Και ο Βασίλης, απ’ τα λόγια τα δικά του,
και μαγεμένος, απ’ του χάους τις ματιές.
Από την πίστα, ξεριζώνει την καρδιά του,
και μας τη δίνει, στις δικές μας καρδιές.
Με μια αγάπη δυνατή και το Βασίλη,
και με τραγούδια δυνατά ή τρυφερά.
Όλο το βράδυ ακούνε όλοι οι φίλοι,
και ξεσπάμε σε ό,τι μας πονά.
Τα δισκάκια του πολλά κι η ιστορία,
που συνεχώς μεγαλώνει κι αυτή γερά.
Έτσι κατέληξα δίχως μιαν αιτία,
να είσαι μέσα, στην καρδιά βαθιά.
Πάνω στο στέκι είναι πολλές οι αγκαλιές,
κι είναι τα μέλη του συχνά κι ένα σωρρό.
Έλα και μέτρα πόσες σ’ αγαπάν ψυχές,
μέσα σ’ αυτές υπάρχω και εγώ.
Με μια αγάπη δυνατή και το Βασίλη,
και με τραγούδια δυνατά ή τρυφερά.
Όλο το βράδυ, ξενυχτάμε όλοι οι φίλοι,
μα σ’ αγαπάμε κι αυτό πολύ μετρά.
Ούτε τσιγάρο, ούτε καφέ, ούτε ποτό,
για την παρέα του Βασίλη, μόνο αυτό,
ένα στέκι που μπαίνουν μόνο οι φίλοι,
είναι το στέκι των φίλων του Βασίλη.
Ένα μέρος που μαθαίνουμε νέα του Βασίλη,
για τραγούδια με αγάπη που έχει στείλει,
ραντεβού στις συναυλίες του να πάμε,
για το στέκι των φίλων του Βασίλη μιλάμε.
Ένα μέρος που παίζουμε, τα μέλη μεταξύ μας,
ένα μέρος που συμβαδίζει, πλέον στη ζωή μας.
Ένα μέρος που σε άγνωστους θα γίνει γνωστό,
ένα μέρος που συμπάθησα κι ακόμα αγαπώ.
Είναι το στέκι, που συχνάζω,
είναι το στέκι, που αγαπώ.
Ούτε κλάμα, ούτε λύπη, ούτε πόνο,
δε νικά του στεκίου μας το χρόνο.
Ούτε ο πόλεμος, ούτε τα ναρκωτικά,
αντικαθιστούνε τη δική σου γωνιά.
Ούτε τα πρέπει, ούτε τα κάνε, ούτε τα μη,
έχουν σημασία, μπρος στη δική σου στιγμή.
Μόνο αγάπη, μόνο τραγούδι, μόνο χαρά,
ειρήνη, πολύ Βασίλης και μεγάλη ζεστασιά.
Είναι το στέκι, που συχνάζω,
είναι το στέκι, που αγαπώ.
Η ψυχή αγαπημένη του πατέρα του σοφού,
μέσα μας κυλά το αίμα ενός θρύλου ζωντανού.
Μες στις φλέβες μας χτυπάει η δική σου η φωνή,
σ’ αγαπά και σε πονάει το Βασιλικό παιδί.
Στα Βασιλικά παιδιά σου, δίνω το παρόν κι εγώ,
όλα μες στην αγκαλιά σου είναι όλο τον καιρό.
Άλλο πια δεν έχουν θέμα, για ν’ ασχοληθούν κι αυτά,
πάντα βράζει μες στο αίμα, η δική σου αφεντιά.
Η δική μας η ομάδα, βάζει τρίποντα και γκολ,
ξέρει να χοροπηδάει με τα δίχρωμα κασκόλ.
Και με τ’ άλλα του παιδάκια, που τα λέν πνευματικά,
είναι όλα αδερφάκια και γι’ αυτό τα αγαπάν.
Που με χάνεις, που με βρίσκεις, σαν Βασιλικό παιδί,
μες στο στέκι το δικό σου, έχω φτιάξει ένα κελί
και τα νέα σου μαθαίνω, απ’ το στέκι εκεί ψηλά,
κάνει ψύχρα ή αρρωσταίνω, μ’ ανεβάζει ψυχικά.
Τα Βασιλικά παιδιά σου, αγαπώ σαν αδερφός,
να ‘ναι κάθε μέρα θέλω, ο καιρός μας καθαρός.
Να ‘χεις πάντοτε υγεία και ατέλειωτα παιδιά,
να σου ανήκει η ιστορία, κράτα Μπίλυ μας γερά.