Bασίλης για πάντα / Μία δεύτερη σφεντόνα
Σεπτεμβρίου 29th, 2007Πενήντα χρόνια τραγουδά, ακριβώς μισόν αιώνα,
το καλοκαίρι γήπεδο, στο στούντιο χειμώνα.
Πενήντα χρόνια γνώριμος, πενήντα χρόνια νιότης,
πενήντα χρόνια ακούγαμε τη μουσική στο ροκ της.
Γεννήθηκε στη Βάστα, Τετάρτη μεσημέρι,
γιατρός δεν τον ξεπέταξε, ένας Θεός το ξέρει,
οι συγγενείς που ήρθανε, απ’ το πρωί στο σπίτι,
άλλη δουλειά δεν είχανε, κοιτούσανε τη μύτη.
Μπίλυ, Μπίλυ, ακούμε το Βασίλη,
Μπίλυ, Μπίλυ και ξερό ψωμί.
Μπίλυ, Μπίλυ και όλοι οι άλλοι φίλοι,
αναζητούν τον Μπίλυ για μια συμμετοχή.
Μπίλυ, Μπίλυ, που ‘σαι βρε Βασίλη,
που ‘σαι Μπίλυ, Μπίλυ,
που ‘χεις πια χαθεί.
Μα αυτός σαν ξύπναγε, την έκανε κοπάνα,
κι αφού πουλιά δε βάραγε, χάζευε αεροπλάνα,
κι εκεί που γούσταρε, τον πήρανε με βία,
και τον μπαγλάρωσαν για χρόνια στα θρανία.
Κι ενώ τα θυμόταν όλα, είχε μυαλό ξουράφι,
ξέχασε να μεγαλώσει, έμεινε παιδάκι.
Για πάντα τώρα φίλοι τον ακολουθούνε,
Βασίλη ζούνε μόνο, για να σε ακούνε.
Ύπνε που θέλεις τα παιδιά, ώι και πάρεις το Βασίλη,
σαν το καταλάβουνε, θα σε ξεσκίσουνε οι φίλοι.
Η Σφεντόνα του ακούστηκε, σχεδόν πριν δέκα χρόνια,
τραγούδι που θες-δε θες, θα τ’ ακούς αιώνια.
Παλιέ φίλε, ροκά τραγουδιστή, οικογενειάρχη,
σε θέλει η Νικολέτα, η Ελένη κι ό,τι λάχει.
Τη συναυλία, ένα ταξίδι ξεκινάει ολονυχτίς,
σα γεμίζει σκόνη του γήπεδου η γης.
Παλιέ, ροκά τραγουδιστή, έχεις χρόνια ζήσει,
κρίμα που τα νιάτα σου, σε έχουνε αφήσει.
Κι αν κάποτε λείψει, η μουσική, ο ήχος, η εικόνα,
για σένα τώρα γράφω μία δεύτερη Σφεντόνα.
Κι αν η ζωή απ’ το παιχνίδι, θέλει να σε βγάλει,
κι αν νομίζεις, πως στη σκηνή, δε γυρίζεις πάλι.
Θα ‘μαστε κοντά σου πάνω από το σώμα,
και θα λέμε Βασίλη, σ’ αγαπάμε ακόμα.