Archive for the ‘Ιστορίες, Παραμύθια’ Category

Είχα πολλές φορές ένα μικρό οραματάκι, ένα μικρό όνειρο.
Αφορά το Βασίλη μας κι ό,τι περιέχει μέσα είναι για πάρτη του και μόνο.

Ένας πολύ μεγάλος κλειστός χώρος.
Ξεκινάμε μ’ ένα σαλονάκι-μπαράκι καθιστικό τέλος πάντων όπου θα παίζουν
συνεχώς τραγούδια που είτε έχει ερμηνεύσει ο Βασίλης, είτε έχουν ερμηνεύσει
άλλοι τραγούδια που ‘χει ερμηνεύσει κι ο Βασίλης. (Π.χ. Κοντρόλ από Θηβαίο)

Θα υπήρχε κάπου μέσα κάποιου είδους μικρομάγαζο όπου θα πουλούσε
κασσέτες, cd, βιντεοκασσέτες, DVD (κάθε μορφή τέλος πάντων) με
τραγούδια Βασίλη, συναυλίες, εκπομπές, συνεντεύξεις.
Ακόμα θα πουλούσε είδη ρουχισμού κι εξοπλισμού (στιλό, τετράδια) με
φάτσες Βασίλη ή σχετικά λογότυπα.
Περιοδικά, albums με φωτογραφίες του, αυτόγραφα κλπ

Τώρα βγαίνουμε πάλι στο σαλόνι και μπαίνουμε σε άλλη πόρτα.
Βρίσκουμε ένα live forum. Δηλαδή υπάρχει ένας διάδρομος και πόρτες.
Μία οδηγεί στα επίσημα νέα του Βασίλη. Ανακοινώσεις cd, συναυλίες,
προγράμματα χειμώνα, συνεργασίες κλπ.
Άλλη οδηγεί στα ανεπίσημα νέα. Έχει κάποιος μια είδηση, τη δηλώνει
και το team μετά, σε συνεργασία και με το Βασίλη, συσκέπτεται
και βγάζει απόφαση αν η είδηση αληθεύει (οπότε περνάει στα επίσημα)
ή αν είναι ψευδής (οπότε διαγράφεται)
Άλλη πόρτα οδηγεί στις γενικές συζητήσεις-παιχνίδια. Όπου θα υπάρχουν
πολλά τραπέζια μέσα. Πάνω σε κάθε τραπέζι θα υπάρχουν χαρτάκια με τίτλους
συζητήσεων ή τίτλους παιχνιδιών. Όποιος θέλει θα συμμετέχει.
Άλλη μια πόρτα θα οδηγεί σε βοήθεια-γραμματεία-τεχνική υποστήριξη. Αφορά κυρίως
τον όλο αυτό που διηγούμαι χώρο συν ό,τι έχει να κάνει και με το www.vasilisp.com
Τέλος θα υπάρχει άλλη μια τελευταία που θα λέγεται internet room. Αυτό
το δωμάτιο θα έχει σύνδεση με το www.vasilisp.com και θα μπορείς να επικοινωνείς
και με το forum του internet.

Βγαίνουμε πάλι στο σαλόνι και βρίσκουμε άλλη μια πόρτα.
Χεχε… η πόρτα έκπληξη …
ένας χώρος άκαος, καλά ηχομονωμένος, άψογο εξαερισμό, με αίσθηση ό,τι βρίσκεσαι
σε γήπεδο, με ελάχιστες κερκίδες και μπόλικο χώρο για όρθιους.
Εκεί θα υπήρχε μια σκηνή με έτοιμα όργανα προεγκατεστημένα και ρυθμισμένα,
ώστε ανά πάσα στιγμή να εμφανίζεται ξαφνικά ο Βασίλης και να πετάει
τραγούδια. Ή και προγραμματισμένες συναυλίες.
Και λεώ το χώρο άκαο με καλό εξαερισμό γιατί θα επιτρέπονται τα καπνογόνα
και άψογη ηχομόνωση, με τέρμα τα γκάζια να μην ενοχλούμε κανέναν.

Λοιπόν … άλλη μια πόρτα οδηγεί σε δωμάτιο προβολής. Όπου μπορείς
ν’ ακούσεις εκείνη τη στιγμή όποιο τραγούδι θέλεις, να δεις όποιο βιντεοκλιπ θέλεις,
όποια συναυλία, ν’ ανοίξεις ένα album με φωτογραφίες κλπ

Θα υπάρχει και μια κρυφή είσοδο για τα γραφεία του προσωπικού.
Κάθε μέρα εξτρά προσωπικό θα συσκέπτεται και θα κάνει διάφορες
κινήσεις βελτίωσης του όλου αυτού σκηνικού.

(Θα υπάρχει και τουαλέτα!!!)

Τέλος να πω ότι αυτό θα γινόταν σε διάφορα σημεία της Ελλάδας
(γιατί όχι και εκτός Ελλάδος)
Για αρχή σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη κι όσο πήγαιναν αυτά τα δύο καλά,
μετά θα άνοιγε και Πάτρα, Βόλο, Κρήτη, Θράκη… )

——————
Τώρα υπάρχει κάτι που δεν είναι υπολογίσιμο σε ένα τέτοιο όραμα/όνειρο
… δεν έχω υπολογίσει πόσο θα κοστίσει όλο αυτό το πράγμα
και σε λεφτά και σε χρόνο και σε δουλειά …

όμως το λέει κι ο Βασίλης:
Αξίζει φίλε να υπάρχεις για ένα όνειρο
κι ας είναι η φωτιά του να σε κάψει.

(Αυτά κι αν δε γίνει ποτέ, τουλάχιστον οραματιστείτε το,
νομίζω θα ταξιδεύετε για ώρες)

για αρχή λέω να τ’ ονομάσω

ΒΠ Land … αργότερα κι αν αυτό ποτέ γίνει … βλέπουμε

αφήγηση: Βασίλης Παπακωνσταντίνου


Μια φορά, ήταν ένας γέρος και μια γριά κι είχαν μονο ένα παιδί και το σπούδαζαν.
Ήταν φτωχοι άνθρωποι, κακόμοιροι.
Ήταν ο γέος ψαράς, εψάρευε και ζούσαν και ζούσε και το παιδάκι.
Ο γέρος όμως αρρώστησε και πέθανε και το παιδί παράτησε τα γράμματα.
- Μάν, λέει μια μέρα το παιδί, θα μάθω την τέχνη του πατέρα.
- Μα εγώ παιδί μου, σ’ έχω για να σε σπουδάσω. Δε σ’ έχω για να πας, να γίνεις ψαράς!
- Όχι μάνα, θα μάθω του πατέρα μου την τέχνη. Μόνο να μου βρεις τα σύνεργα της ψαρικής, σε παρακαλώ.

Αναγκάστηκε λοιπόν η μάνα του και βρήκε τα σύνεργα της ψαρικής του πατέρα ου.
Τα παίρνει το παιδί και πάει στο ψάρεμα.
Μόλις έφτασε κάτω στη θάλασσα, κατεβάζει το καλαμίδι, βάνει το δόλωμα στο αγκίστρι
και το ρίχνει μέσα στη θάλασσα.
Πέρασε λίγη ώρα κι ένα ψαράκι τσίμπησε το δόλωμα.
Σηκώνει το καλαμίδι και βγαίνει το ψαράκι.
Τότε το ψαράκι μίλησε και του λέει:
- Τι θα καταλάβειθ αν με φαθ, που είμαι τόθο δα μικρό κι όλο κόκαλα.
Παράτηθέ με να μεγαλώθω κι έρχεθαι μετά και με πιάνειθ.
- Και πως θα σε βρω εγώ μέσα σε τόση θάλασσα;
- Θα με φωνάκθειθ το όνομά μου.
- Και πως σε λένε;
- Με λένε Νου.
Το παιδί πέταξε το ψαράκι στη θάλασσα.

Ξαναβάζει πάλι δόλωμα στο αγκίστρι και το ξαναρίχνει,
πάει πάλι το ίδιο ψαράκι και το πιάνει.
Μιλεί το ψαράκι και του λέει:
- Τι θα καταλάβειθ αν με φαθ, που είμαι τόθο δα μικρό
κι όλο κόκαλα. Άθε με να μεγαλώθω θε παρακαλώ
κι έρχεθαι και με κθαναπιάνειθ άλλη φορά.
- Α, λέει, δε σ’ αφήνω, γιατί έπιασα άλλο ένα
και το άφησα κι εκείνο.
- Άφηθέ με κι εμένα, να μεγαλώθω θε παρακαλώ κι έρχεθαι
και με πιάνειθ πάλι μετά.
- Και που θα σε βρω εγώ, να σε ξαναπιάσω μέσα σε τόση θάλασσα;
- Θα με φωνάκθειθ τ’ όνομά μου.
- Και πως σε λένε;
- Με λένε Γνώθη. Να με φωνάκθεις και μονομιάθ θα θου παρουθιαθτώ.

Παρατάει το παιδί το ψαράκι, πάει λίγο παρέκει,
ρίχνει το καλαμίδι του και ξαναπιάνει πάλι το ίδιο ψαράκι. Και είπε:
- Καλό είναι αυτό να το πάρω. Να το πάω σπίτι, να το τηγανίσει η μάνα μου.
Και το ψαράκι του είπε:
- Γιατί να με παθ θτη μάνα θου, έτθι μικρό που είμαι.
Άφηθέ με να μεγαλώθω κι έρχεθαι θε 8 μέρεθ ακριβώθ και με κθαναπιάνειθ.
- Και που θα σε βρω, να σε πιάσω;
- Φώνακθε τ’ όνομά μου, με λένε Θουβλή.

Παρατάει κι αυτό το ψάρι, εβράδυασε κι όλας η μέρα και φεύγει και πάει στο σπίτι του.
- Καλησπέρα μάνα μου.
- Καλώς το παιδί μου.
- Που είναι τα ψάρια που έφερες.
- Έπιασα μάνα μου τρία και μου είπαν να τ’ αφήσω να μεγαλώσουν κι ύστερα από 8 μέρες να πάω,
να τα πιάσω.

Πέρασαν οι 8 μέρες και το παιδί θυμήθηκε τα ψάρια.
Πάει τρέχοντας στη θάλασσα και φωνάζει μ’ όλη του τη δύναμη.
- Νου! Νου! Νου!
Από τα βάθη της θάλασσας, ακούει μια φωνή, να λέει:
- Αν είχεθ νου δε θα μ’ άφηνεθ.

Ύστερα φωνάζει:
- Γνώση! Γνώση! Γνώση!
Το ψαράκι πάλι φωνάζει:
- Αν είχεθ γνώθη δε θα μ’ άφηνεθ.

Ύστερα θυμήθηκε και φωνάζει:
- Σουβλή! Σουβλή! Ρε Σουβλή!
Και το ψαράκι του απαντά:
- Θτη μύτη να θου μπει!

Κι έτσι το παιδί κατάλαβε πως το κορόιδεψαν κι από τότε έβαλε μυαλό.