JAN
january 2008
FEB
february 2008
MAR
march 2008
APR
april 2008
MAY
may 2008
JUN
june 2008
JUL
july 2008
AUG
august 2008
SEP
september 2008
OCT
october 2008
NOV
november 2008
DEC
december 2008

Είχα πολλές φορές ένα μικρό οραματάκι, ένα μικρό όνειρο.
Αφορά το Βασίλη μας κι ό,τι περιέχει μέσα είναι για πάρτη του και μόνο.

Ένας πολύ μεγάλος κλειστός χώρος.
Ξεκινάμε μ’ ένα σαλονάκι-μπαράκι καθιστικό τέλος πάντων όπου θα παίζουν
συνεχώς τραγούδια που είτε έχει ερμηνεύσει ο Βασίλης, είτε έχουν ερμηνεύσει
άλλοι τραγούδια που ‘χει ερμηνεύσει κι ο Βασίλης. (Π.χ. Κοντρόλ από Θηβαίο)

Θα υπήρχε κάπου μέσα κάποιου είδους μικρομάγαζο όπου θα πουλούσε
κασσέτες, cd, βιντεοκασσέτες, DVD (κάθε μορφή τέλος πάντων) με
τραγούδια Βασίλη, συναυλίες, εκπομπές, συνεντεύξεις.
Ακόμα θα πουλούσε είδη ρουχισμού κι εξοπλισμού (στιλό, τετράδια) με
φάτσες Βασίλη ή σχετικά λογότυπα.
Περιοδικά, albums με φωτογραφίες του, αυτόγραφα κλπ

Τώρα βγαίνουμε πάλι στο σαλόνι και μπαίνουμε σε άλλη πόρτα.
Βρίσκουμε ένα live forum. Δηλαδή υπάρχει ένας διάδρομος και πόρτες.
Μία οδηγεί στα επίσημα νέα του Βασίλη. Ανακοινώσεις cd, συναυλίες,
προγράμματα χειμώνα, συνεργασίες κλπ.
Άλλη οδηγεί στα ανεπίσημα νέα. Έχει κάποιος μια είδηση, τη δηλώνει
και το team μετά, σε συνεργασία και με το Βασίλη, συσκέπτεται
και βγάζει απόφαση αν η είδηση αληθεύει (οπότε περνάει στα επίσημα)
ή αν είναι ψευδής (οπότε διαγράφεται)
Άλλη πόρτα οδηγεί στις γενικές συζητήσεις-παιχνίδια. Όπου θα υπάρχουν
πολλά τραπέζια μέσα. Πάνω σε κάθε τραπέζι θα υπάρχουν χαρτάκια με τίτλους
συζητήσεων ή τίτλους παιχνιδιών. Όποιος θέλει θα συμμετέχει.
Άλλη μια πόρτα θα οδηγεί σε βοήθεια-γραμματεία-τεχνική υποστήριξη. Αφορά κυρίως
τον όλο αυτό που διηγούμαι χώρο συν ό,τι έχει να κάνει και με το www.vasilisp.com
Τέλος θα υπάρχει άλλη μια τελευταία που θα λέγεται internet room. Αυτό
το δωμάτιο θα έχει σύνδεση με το www.vasilisp.com και θα μπορείς να επικοινωνείς
και με το forum του internet.

Βγαίνουμε πάλι στο σαλόνι και βρίσκουμε άλλη μια πόρτα.
Χεχε… η πόρτα έκπληξη …
ένας χώρος άκαος, καλά ηχομονωμένος, άψογο εξαερισμό, με αίσθηση ό,τι βρίσκεσαι
σε γήπεδο, με ελάχιστες κερκίδες και μπόλικο χώρο για όρθιους.
Εκεί θα υπήρχε μια σκηνή με έτοιμα όργανα προεγκατεστημένα και ρυθμισμένα,
ώστε ανά πάσα στιγμή να εμφανίζεται ξαφνικά ο Βασίλης και να πετάει
τραγούδια. Ή και προγραμματισμένες συναυλίες.
Και λεώ το χώρο άκαο με καλό εξαερισμό γιατί θα επιτρέπονται τα καπνογόνα
και άψογη ηχομόνωση, με τέρμα τα γκάζια να μην ενοχλούμε κανέναν.

Λοιπόν … άλλη μια πόρτα οδηγεί σε δωμάτιο προβολής. Όπου μπορείς
ν’ ακούσεις εκείνη τη στιγμή όποιο τραγούδι θέλεις, να δεις όποιο βιντεοκλιπ θέλεις,
όποια συναυλία, ν’ ανοίξεις ένα album με φωτογραφίες κλπ

Θα υπάρχει και μια κρυφή είσοδο για τα γραφεία του προσωπικού.
Κάθε μέρα εξτρά προσωπικό θα συσκέπτεται και θα κάνει διάφορες
κινήσεις βελτίωσης του όλου αυτού σκηνικού.

(Θα υπάρχει και τουαλέτα!!!)

Τέλος να πω ότι αυτό θα γινόταν σε διάφορα σημεία της Ελλάδας
(γιατί όχι και εκτός Ελλάδος)
Για αρχή σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη κι όσο πήγαιναν αυτά τα δύο καλά,
μετά θα άνοιγε και Πάτρα, Βόλο, Κρήτη, Θράκη… )

——————
Τώρα υπάρχει κάτι που δεν είναι υπολογίσιμο σε ένα τέτοιο όραμα/όνειρο
… δεν έχω υπολογίσει πόσο θα κοστίσει όλο αυτό το πράγμα
και σε λεφτά και σε χρόνο και σε δουλειά …

όμως το λέει κι ο Βασίλης:
Αξίζει φίλε να υπάρχεις για ένα όνειρο
κι ας είναι η φωτιά του να σε κάψει.

(Αυτά κι αν δε γίνει ποτέ, τουλάχιστον οραματιστείτε το,
νομίζω θα ταξιδεύετε για ώρες)

για αρχή λέω να τ’ ονομάσω

ΒΠ Land … αργότερα κι αν αυτό ποτέ γίνει … βλέπουμε

αφήγηση: Βασίλης Παπακωνσταντίνου


Μια φορά, ήταν ένας γέρος και μια γριά κι είχαν μονο ένα παιδί και το σπούδαζαν.
Ήταν φτωχοι άνθρωποι, κακόμοιροι.
Ήταν ο γέος ψαράς, εψάρευε και ζούσαν και ζούσε και το παιδάκι.
Ο γέρος όμως αρρώστησε και πέθανε και το παιδί παράτησε τα γράμματα.
- Μάν, λέει μια μέρα το παιδί, θα μάθω την τέχνη του πατέρα.
- Μα εγώ παιδί μου, σ’ έχω για να σε σπουδάσω. Δε σ’ έχω για να πας, να γίνεις ψαράς!
- Όχι μάνα, θα μάθω του πατέρα μου την τέχνη. Μόνο να μου βρεις τα σύνεργα της ψαρικής, σε παρακαλώ.

Αναγκάστηκε λοιπόν η μάνα του και βρήκε τα σύνεργα της ψαρικής του πατέρα ου.
Τα παίρνει το παιδί και πάει στο ψάρεμα.
Μόλις έφτασε κάτω στη θάλασσα, κατεβάζει το καλαμίδι, βάνει το δόλωμα στο αγκίστρι
και το ρίχνει μέσα στη θάλασσα.
Πέρασε λίγη ώρα κι ένα ψαράκι τσίμπησε το δόλωμα.
Σηκώνει το καλαμίδι και βγαίνει το ψαράκι.
Τότε το ψαράκι μίλησε και του λέει:
- Τι θα καταλάβειθ αν με φαθ, που είμαι τόθο δα μικρό κι όλο κόκαλα.
Παράτηθέ με να μεγαλώθω κι έρχεθαι μετά και με πιάνειθ.
- Και πως θα σε βρω εγώ μέσα σε τόση θάλασσα;
- Θα με φωνάκθειθ το όνομά μου.
- Και πως σε λένε;
- Με λένε Νου.
Το παιδί πέταξε το ψαράκι στη θάλασσα.

Ξαναβάζει πάλι δόλωμα στο αγκίστρι και το ξαναρίχνει,
πάει πάλι το ίδιο ψαράκι και το πιάνει.
Μιλεί το ψαράκι και του λέει:
- Τι θα καταλάβειθ αν με φαθ, που είμαι τόθο δα μικρό
κι όλο κόκαλα. Άθε με να μεγαλώθω θε παρακαλώ
κι έρχεθαι και με κθαναπιάνειθ άλλη φορά.
- Α, λέει, δε σ’ αφήνω, γιατί έπιασα άλλο ένα
και το άφησα κι εκείνο.
- Άφηθέ με κι εμένα, να μεγαλώθω θε παρακαλώ κι έρχεθαι
και με πιάνειθ πάλι μετά.
- Και που θα σε βρω εγώ, να σε ξαναπιάσω μέσα σε τόση θάλασσα;
- Θα με φωνάκθειθ τ’ όνομά μου.
- Και πως σε λένε;
- Με λένε Γνώθη. Να με φωνάκθεις και μονομιάθ θα θου παρουθιαθτώ.

Παρατάει το παιδί το ψαράκι, πάει λίγο παρέκει,
ρίχνει το καλαμίδι του και ξαναπιάνει πάλι το ίδιο ψαράκι. Και είπε:
- Καλό είναι αυτό να το πάρω. Να το πάω σπίτι, να το τηγανίσει η μάνα μου.
Και το ψαράκι του είπε:
- Γιατί να με παθ θτη μάνα θου, έτθι μικρό που είμαι.
Άφηθέ με να μεγαλώθω κι έρχεθαι θε 8 μέρεθ ακριβώθ και με κθαναπιάνειθ.
- Και που θα σε βρω, να σε πιάσω;
- Φώνακθε τ’ όνομά μου, με λένε Θουβλή.

Παρατάει κι αυτό το ψάρι, εβράδυασε κι όλας η μέρα και φεύγει και πάει στο σπίτι του.
- Καλησπέρα μάνα μου.
- Καλώς το παιδί μου.
- Που είναι τα ψάρια που έφερες.
- Έπιασα μάνα μου τρία και μου είπαν να τ’ αφήσω να μεγαλώσουν κι ύστερα από 8 μέρες να πάω,
να τα πιάσω.

Πέρασαν οι 8 μέρες και το παιδί θυμήθηκε τα ψάρια.
Πάει τρέχοντας στη θάλασσα και φωνάζει μ’ όλη του τη δύναμη.
- Νου! Νου! Νου!
Από τα βάθη της θάλασσας, ακούει μια φωνή, να λέει:
- Αν είχεθ νου δε θα μ’ άφηνεθ.

Ύστερα φωνάζει:
- Γνώση! Γνώση! Γνώση!
Το ψαράκι πάλι φωνάζει:
- Αν είχεθ γνώθη δε θα μ’ άφηνεθ.

Ύστερα θυμήθηκε και φωνάζει:
- Σουβλή! Σουβλή! Ρε Σουβλή!
Και το ψαράκι του απαντά:
- Θτη μύτη να θου μπει!

Κι έτσι το παιδί κατάλαβε πως το κορόιδεψαν κι από τότε έβαλε μυαλό.

Είμαστε η ΝΕ.ΠΟ

Σεπτεμβρίου 30th, 2007 No Comments

Στο κόμμα μας πραγματοποιούμε αυτό που υποσχόμαστε.
Μόνο οι ανόητοι θα μπορούσαν να πιστέψουν ότι
δεν αγωνιζόμαστε κατά της διαφθοράς.
Διότι ένα είναι βέβαιο για μας:
Η τιμιότητα και η διαφάνεια είναι προϋπόθεση για να πετύχουμε.
Αποδεικνύουμε ότι πλανάται όποιος πιστεύει πως
οι μαφιόζοι θα συνεχίσουν να μετέχουν στην κυβέρνηση όπως παλιά.
Διασφαλίζουμε , χωρίς ίχνος αμφιβολίας , ότι
η κοινωνική δικαιοσύνη θα είναι ο κύριος σκοπός μας.
Πάρα ταύτα , υπάρχουν ακόμα ανόητοι που πιστεύουν πως
θα είναι δυνατόν να εξακολουθεί κανείς να κυβερνά
με παλαιοπολιτικά τερτίπια.
Όταν αναλάβουμε την εξουσία , θα κάνουμε το παν ώστε
να τεθεί τέρμα στις προνομιακές καταστάσεις και στην ευνοιοκρατία.
Δε θα επιτρέψουμε σε καμία περίπτωση
να πεθάνουν της πείνας τα παιδιά μας.
Θα πραγματοποιήσουμε τα σχέδιά μας ακόμα και
να στερέψουν πλήρως οι οικονομικοί πόροι ,
θα ασκήσουμε την εξουσία ώσπου
θα έχετε καταλάβει ότι από ?δω και πέρα
είμαστε οι «ΝΕΠΟ» , Η «Νέα Πολιτική».
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΚΙ ΑΝΑΠΟΔΑ

Πενήντα χρόνια τραγουδά, ακριβώς μισόν αιώνα,
το καλοκαίρι γήπεδο, στο στούντιο χειμώνα.
Πενήντα χρόνια γνώριμος, πενήντα χρόνια νιότης,
πενήντα χρόνια ακούγαμε τη μουσική στο ροκ της.

Γεννήθηκε στη Βάστα, Τετάρτη μεσημέρι,
γιατρός δεν τον ξεπέταξε, ένας Θεός το ξέρει,
οι συγγενείς που ήρθανε, απ’ το πρωί στο σπίτι,
άλλη δουλειά δεν είχανε, κοιτούσανε τη μύτη.

Μπίλυ, Μπίλυ, ακούμε το Βασίλη,
Μπίλυ, Μπίλυ και ξερό ψωμί.
Μπίλυ, Μπίλυ και όλοι οι άλλοι φίλοι,
αναζητούν τον Μπίλυ για μια συμμετοχή.
Μπίλυ, Μπίλυ, που ‘σαι βρε Βασίλη,
που ‘σαι Μπίλυ, Μπίλυ,
που ‘χεις πια χαθεί.

Μα αυτός σαν ξύπναγε, την έκανε κοπάνα,
κι αφού πουλιά δε βάραγε, χάζευε αεροπλάνα,
κι εκεί που γούσταρε, τον πήρανε με βία,
και τον μπαγλάρωσαν για χρόνια στα θρανία.

Κι ενώ τα θυμόταν όλα, είχε μυαλό ξουράφι,
ξέχασε να μεγαλώσει, έμεινε παιδάκι.
Για πάντα τώρα φίλοι τον ακολουθούνε,
Βασίλη ζούνε μόνο, για να σε ακούνε.

Ύπνε που θέλεις τα παιδιά, ώι και πάρεις το Βασίλη,
σαν το καταλάβουνε, θα σε ξεσκίσουνε οι φίλοι.
Η Σφεντόνα του ακούστηκε, σχεδόν πριν δέκα χρόνια,
τραγούδι που θες-δε θες, θα τ’ ακούς αιώνια.

Παλιέ φίλε, ροκά τραγουδιστή, οικογενειάρχη,
σε θέλει η Νικολέτα, η Ελένη κι ό,τι λάχει.
Τη συναυλία, ένα ταξίδι ξεκινάει ολονυχτίς,
σα γεμίζει σκόνη του γήπεδου η γης.

Παλιέ, ροκά τραγουδιστή, έχεις χρόνια ζήσει,
κρίμα που τα νιάτα σου, σε έχουνε αφήσει.
Κι αν κάποτε λείψει, η μουσική, ο ήχος, η εικόνα,
για σένα τώρα γράφω μία δεύτερη Σφεντόνα.

Κι αν η ζωή απ’ το παιχνίδι, θέλει να σε βγάλει,
κι αν νομίζεις, πως στη σκηνή, δε γυρίζεις πάλι.
Θα ‘μαστε κοντά σου πάνω από το σώμα,
και θα λέμε Βασίλη, σ’ αγαπάμε ακόμα.

Όλοι ακούμε το Βασίλη

Σεπτεμβρίου 29th, 2007 1 Comment

Κι αν ήταν σήμερα Δευτέρα,
εδώ ακόμα ως την Κυριακή,
θα μιλά ο Μπίλυ όλη μέρα,
χωρίς καμμιά διακοπή.

Είτε χιονίζει, είτε βρέχει,
δε σταματά η μουσική,
και η εικόνα στον καθρέφτη,
Βασίλη θα ‘σαι μόνο εσύ.

Όσα τραγούδια και αν γράφει,
την καρδούλα μας θα σκάβει,
δίπλα του πάντα θα ‘ναι φίλοι,
κι όλοι ακούμε το Βασίλη.

Μοιρασιά το όνειρό του,
που είναι να ‘μαστε μαζί,
συνεχώς με το πλευρό του,
με του Βασίλη τη φωνή.

Ενώνουμε και τις φωνές μας,
και τραγουδάμε όλοι μαζί.
Ιδρώνει μέσα στις καρδιές μας,
του Βασίλη η μουσική.

Όσα τραγούδια και αν γράφει,
την καρδούλα μας θα σκάβει,
δίπλα του πάντα θα ‘ναι φίλοι,
κι όλοι ακούμε το Βασίλη.

Ένας λαός, ακόμα ζωντανός

Σεπτεμβρίου 29th, 2007 1 Comment

Υπάρχει πατριώτη ένας λαός,
κι όμως είναι ακόμα ζωντανός.

Θέλουνε τα σπίτια τους τριώροφα,
και στη δουλειά τους να περνάνε όμορφα.
Οι ακριβές τιμές, ποτέ μην κατεβούνε,
τα χρέη μας, στα ύψη ν’ ανεβούνε.

Δες βρε, πατριώτη, τι λαός!
κι όμως είναι ακόμα ζωντανός.

Θέλουνε τα μάτια δέκα τέσσερα,
να κλέβουνε και να χτυπούν ελεύθερα.
Να κυβερνάει αυτός, που έχει να τα ξύσει,
κι αποτέλεσμα, αξίζει, δεν αξίζει.

Κοίτα, πατριώτη έναν λαό,
θαρρείς, τον βλέπεις ακόμα ζωντανό.

Θέλουνε φύλακα και στα σχολεία τους,
να ξεχάσουν, την κυρίως, ασχολία τους.
Αρνητικά κανείς, ποτέ να μη μιλάει,
στα σύννεφα κανείς να μην πετάει.

Νιώσε πατριώτη, τι λαός!
θέλει να είναι ακόμα ζωντανός.

Ονειρεύονται πως είναι και Θεοί,
και στο τραγούδι, άπταιστοι αοιδοί.
Χρόνια καλύτερα, ποτέ τους δε θα δούνε,
νοοτροπία, άλλη αν δε βρούνε.

Τότε πατριώτη, ο λαός,
θα ‘χει νόημα, να είναι ζωντανός.

Στο Βασίλη Π.

Σεπτεμβρίου 29th, 2007 1 Comment

Άλλη μια μέρα, από τραγούδια βραχνιασμένοι,
με τραγούδια, πολλά νέα και παλιά.
Είσαι κοντά μου, η ψυχή σου μου μένει,
και στην καρδιά μου, η φωνή σου μου κυλά.

Και ο Βασίλης, απ’ τα λόγια τα δικά του,
και μαγεμένος, απ’ του χάους τις ματιές.
Από την πίστα, ξεριζώνει την καρδιά του,
και μας τη δίνει, στις δικές μας καρδιές.

Άλλη μια μέρα με τραγούδια παθιασμένοι,
άλλος χτυπιέται, ακούγοντας Ελλάς.
Από μπαλαντες, οι αναπτήρες τελειωμένοι,
αλλά η φλόγα, μένει στη θέση της καρδιάς.

Και ο Βασίλης, απ’ τα λόγια τα δικά του,
και μαγεμένος, απ’ του χάους τις ματιές.
Από την πίστα, ξεριζώνει την καρδιά του,
και μας τη δίνει, στις δικές μας καρδιές.

Με το Βασίλη

Σεπτεμβρίου 29th, 2007 1 Comment

Με μια αγάπη δυνατή και το Βασίλη,
και με τραγούδια δυνατά ή τρυφερά.
Όλο το βράδυ ακούνε όλοι οι φίλοι,
και ξεσπάμε σε ό,τι μας πονά.

Τα δισκάκια του πολλά κι η ιστορία,
που συνεχώς μεγαλώνει κι αυτή γερά.
Έτσι κατέληξα δίχως μιαν αιτία,
να είσαι μέσα, στην καρδιά βαθιά.

Πάνω στο στέκι είναι πολλές οι αγκαλιές,
κι είναι τα μέλη του συχνά κι ένα σωρρό.
Έλα και μέτρα πόσες σ’ αγαπάν ψυχές,
μέσα σ’ αυτές υπάρχω και εγώ.

Με μια αγάπη δυνατή και το Βασίλη,
και με τραγούδια δυνατά ή τρυφερά.
Όλο το βράδυ, ξενυχτάμε όλοι οι φίλοι,
μα σ’ αγαπάμε κι αυτό πολύ μετρά.

Ούτε τσιγάρο, ούτε καφέ, ούτε ποτό,
για την παρέα του Βασίλη, μόνο αυτό,
ένα στέκι που μπαίνουν μόνο οι φίλοι,
είναι το στέκι των φίλων του Βασίλη.

Ένα μέρος που μαθαίνουμε νέα του Βασίλη,
για τραγούδια με αγάπη που έχει στείλει,
ραντεβού στις συναυλίες του να πάμε,
για το στέκι των φίλων του Βασίλη μιλάμε.

Ένα μέρος που παίζουμε, τα μέλη μεταξύ μας,
ένα μέρος που συμβαδίζει, πλέον στη ζωή μας.
Ένα μέρος που σε άγνωστους θα γίνει γνωστό,
ένα μέρος που συμπάθησα κι ακόμα αγαπώ.

Είναι το στέκι, που συχνάζω,
είναι το στέκι, που αγαπώ.

Ούτε κλάμα, ούτε λύπη, ούτε πόνο,
δε νικά του στεκίου μας το χρόνο.
Ούτε ο πόλεμος, ούτε τα ναρκωτικά,
αντικαθιστούνε τη δική σου γωνιά.

Ούτε τα πρέπει, ούτε τα κάνε, ούτε τα μη,
έχουν σημασία, μπρος στη δική σου στιγμή.
Μόνο αγάπη, μόνο τραγούδι, μόνο χαρά,
ειρήνη, πολύ Βασίλης και μεγάλη ζεστασιά.

Είναι το στέκι, που συχνάζω,
είναι το στέκι, που αγαπώ.